Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2023


Κλεμμένους στίχους από δω και από ‘κει
για σένα μάζεψα της Μεσογείου κόρη.
Αλασία ή Ασεμπί όπως κι αν κανείς σε πει
Κομμόροτσα σύ Κύπρος θα είσαι πάντα.
Απ΄ τον Κυπαρισσόβουνο ως τη Μεσαορία
με τον Πεδιαίο και το Γιαλιά
στην Πέτρα του Ρωμιού και στον Διάριζο
Τα κάλλη σου πλάνεψαν πολλούς, Δασόεσσα Νήσο.
Οι μουχτιτζήες παλιώνουν να βάλουν σιέρι
Σ’ αυτά που κρύβεις μέσα στο κορμί σου
Και τρόπους βρίσκουν δόλιους να σε πλανέψουν
Και να παιδέψουν την ψυχή σου.
Ναι! είσαι στο σταυροδρόμι των λαών
Εύρωστη, κοσμοπολίτικη και πόθος των πολλών
Της Αφροδίτης και του Άδωνη μάνα εσύ
Θα είσαι πάντα δυνατή


Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

 Τι το ζητάς το όνειρο σαν δεν μπορείς να το στηρίξεις;

Τι τη ζητάς την αναγνώριση όταν δεν θες να κουραστείς;

Πως θα βρεις ευημερία όταν δεν θες να πολεμήσεις;

Πως να 'σαι ο πρώτος, απ' την αρχή αν δε ψηθείς;

Οι γέροντες γνωρίζανε που λέγαν αποφθέγματα.

Οι μάνες, κι οι πατεράδες μας, το όχι σαν μας λέγαν.

Μικρά παιδιά, μικρά πανιά, μεγάλα με φουρτούνες.

Μικρά μυαλά, στενά μυαλά, φτωχές κι οι εμπειρίες.

Της μάθησης, της θύμωσαν, της γύρισαν τη πλάτη,

μα και αυτή τους άφησε στα κρύα του λουτρού.

Στον τοίχο το κεφάλι τους νομίζεις το χτυπάνε;

το 'θκο μας μπάλα κάνανε και παίζουνε πινγκ πονγκ.

Εμείς το ανάθεμα πότε θα το φχηθούμε;

Και το δικό τους μέλημα πότε θα του ριχτούμε;

Πότε θα κάνει ξαστεριά τον ήλιο για να δούμε;

Μέσα στα χαρακόματα τον πόνο μας μετράμε.

Το πιάτο μας είναι μισερό κι η θράκα μας σβησμένη.

Ο πόνος, μας πάει σε γιατρό, που δε μας περιμένει.

Κι η κύφωση στη πλάτη μας όλο και μεγαλώνει.





Δευτέρα 30 Μαΐου 2022

 Μεθ' ημών η του θεού ευλογία


Μέσα στη δίνη του πόνου πιάστηκες

κι ορίστηκες την άκρη να βρεις.

Το δάκρυ τον πόνο στο στήθος δεν χαλάρωσε

κι ας έτρεξε στο δρόμο να χαθεί.

Και το μυαλό πως να μαζέψεις

σαν χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού σου.

Μα μη  πλανηθείς πως έφταιξες

πως η αιτία του κακού εσύ υπήρξες

γιατί δεν είδες, δεν επρόλαβες, 

το σηκωμό της καταιγίδας να τον πνίξεις.

Μα κόρη, η γη γυρίζει,

και κει που στέκεσαι αύριο θα 'σαι.

Μη τάχα φταις και δι' αυτό;

Πως μάτια μου το ήλιο να σταματήσεις,

το φεγγάρι να κυνηγά για νά 'βρει;

Αυτό μπροστά στη μύτη του χάνεται

με οφθαλμαπάτη αχνή.

Ονειρέψου και κράτα τα όμορφα

στα μάτια σου και στη καρδιά.

Στέκεις στιγμές κι αναζητάς

μια κουβέντα, ένα αστείο, έναν καυγά,

κι η πίκρα σβήνει,

σαν το χαμόγελο στις άκρες των χειλιών σου ξεμυτά.

Και πέρνεις αναπνοή,

και φτιάχνεις ζωή,

και δυναμώνεις.

Το χάδι της λύτρωσης 

στου χρόνου το πέρασμα θα νιώσεις.

Έτσι είναι το θαύμα της ζωής, θα δεις.


Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Είναι οι ώρες ατελείωτες μέσα στους τέσσερις τοίχους.
Πολλοί αρέσκονται σ' αυτή τη κατάσταση αλλά εγώ , νεύρο.
Θέλω να κάνω πολλά αλλά δεν ξέρω πως.
Στην καρδιά μου  υπάρχει μια θλίψη για όλα αυτά που χάνονται σε μια στιγμή και κερδήθηκαν με πολλές θυσίες.
Κι ο κόσμος στο όνειρο.
Δεν υπάρχει σκέψη μόνο το εγώ, το τι θέλω, τι με συμφέρει, το τώρα.
Ξεχάσαμε να είμαστε άνθρωποι.
Ξεχάσαμε ότι είμαστε κοινωνικά όντα.
Ξεχάσαμε το "χέρι χέρι θα ανεβούμε το βουνό".
Ξεχάσαμε ότι υπάρχουμε χάρη στους " γέρους" μας.
Ξεχάσαμε να ζούμε.
Ρομπότ.
Και τώρα ακόμη χειρότερα.
Τώρα χάνουμε σιγά σιγά τις ελευθερίες μας.
Έλεγχος!
Έλεγχος για τα πάντα.
Άδεια να πάω στη δουλεια.
Άδεια να παω για ψώνια.
Άδεια να πάω το ζωντανό για ξελάφρωμα.
Άδεια για να βγω στον ήλιο, τη βροχή, το κρύο.
Άδεια για να δω τη μάνα μου, τη γερόντισσα που μένει μόνη στο χωριό.
Άδεια να προσκυνήσω αυτά που πιστεύω.
Κατοχή!
Φτώχεια πνευματική και σωματική και κοινωνική.
Μα πιο πολύ με πονάν τα νιάτα.
Δίχως μυαλό, δίχως γνώσεις, δίχως διορατικότητα, δίχως όνειρα και στόχους.
Μα είναι η μόνη ελπίδα μας.
Τα νιάτα αντιστέκονται παρ' όλη την αγνοία τους.
Έτσι για τον τσαμπουκά.
Έτσι γιατί γουστάρουν.
Γιατί τα νιάτα είναι αναρχικά.
Γιατί τα νιάτα δεν φοβούνται.
Χτυπούν τη λάμα κάθετα κι ο πόνος δεν τα αγγίζει.
Αν είσαι σοφός δεν τα μποδίζεις.
Μοιράζεσαι τη σοφία σου, τους τη χαρίζεις.
Μ' αυτήν παραστάτη βοηθό, πολλά μπορούν να κάνουν.
Σαν του θεού τη φώτιση που δίνεται μ' αγάπη, οπλίστε τα, φυλάξτε τα, δυναμώστε τα, ωθήστε τα.
Είναι, η αλήθεια που πονά αλλά σε κάνει πιο δυνατό.
Είναι, η αθωότητα που έχεις χάσει.
Είναι, η χαρά που έχεις ξεχάσει.
Είναι, το όνειρο που δεν έχεις εκπληρώσει.
Είναι, το όπλο που πια δεν μπορείς να κρατήσεις.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

 Πέρασες μια ζώη περιμένοντας τη μοναδική εικόνα που αγάπησες
 στο κατώφλι της κάμαρης σου να προβάλλει.
Ένας γκρίζος κόσμος γεννήθηκε και ένας Πίτερ Παν μεγάλωσε μέσα σου,
κάνοντας σε να κρύβεσαι στη δική σου χώρα, ένα δώμα πέντε επί πέντε.
Και τι δώρα να δώσεις χωρίς τον κόσμο να γνωρίσεις?
Τι σκέψεις να μοιραστείς γνωρίζωντας μόνο τον πόνο της απώλειας?
Και ποια χαρά να μεταδώσεις με μόνη ευτυχία το χαμόγελο ενός βρέφους δανικού.
Κι όμως η φύση σου, γυναίκα, δίνει από μόνη της πολλά περισσότερα.
Το έχεις μέσα σου, δωσμένο από το θεό,
που πολλές φορές διώκεις όχι από μίσος αλλά από απόγνωση.
Σου ζητούνται πολλά, να δώσεις, να πεις, να απαντήσεις, να γιάνεις, κι αν και κανείς δεν νογά.
Στη μονανξιά σου μέσα γεννιούνται τόσες επιθυμίες, τόσες πικρές σκέψεις που αρχίζεις να φοβάσαι τον ίδιο σου τον εαυτό.
Και θέλεις την αγνότητα τη παιδική να μη σε εγκαταλείψει.
Και γίνεσαι σκληρή ξεστομόντας τη δική σου αλήθεια νιώθοντας πως είσαι ειλικρινής.
Κι λίγος κόσμος γύρω δεν συμμερίζεται τη μοναξιά σου.
Δεν καταλαβαίνει τη μεγαλήτερη σου επιθυμία να είσαι μέρος του,
κι ας χρειαστεί συμβιβασμούς να κάνεις.
Γιατί θέλεις να σ αγαπούν και να σε αποδέχονται, κι ας μη συμφωνούν με ό,τι λες ή ότι κάνεις.
Γιατί θέλεις να σ αγαπούν όπως κι εσύ με μια αγάπη ασυμβίβαστη, αληθινή, που δεν φοβάται να σε πονέσει για να σε κάνει πιο δυνατή.

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

Κρυμμένες οι σκέψεις καθώς κοιτώ στον ουρανό.
Τα μάτια μου καταβροχθίζουν τις εικόνες,
ψάχνουν χαμένες μορφές να αντικρίσουν μέσα στα χρώματα.
Νιώθω να χάνομαι μέσα στο χρόνο , να γίνομαι κουκκίδα στο πουθενά.
Το φως του ήλιου με ζεσταίνει  και ξαναγίνομαι παιδί.
Γουστάρω τον παλιμπαιδισμό, με κάνει να αισθάνομαι ωραία.
Το ξέρω παιδί δεν ξαναγίνομαι, ο αλητάκος όμως μέσα μου υπάρχει.
Ποτέ δεν χάθηκε, ποτέ δεν έφυγε, πάντα ήταν εκεί.
Τα άσπρα μου μαλλιά, μου δίνουνε ευθύνες.
Τα νιάτα μπροστά μου απλώνονται και κλέβω στιγμές για μένα.
Σε τέσσερα ζευγάρια μάτια μοιράζομαι και σπέρνω βλαστάρια ανθεκτικά να κρατηθούν.
Να με θυμούνται!
Αχ και να ήμουνα μικρή με όσα τώρα ξέρω.
τα ίδια πάλι θά 'κανα με πιότερη σωφροσύνη.
Εκείνη τη μάνα, τη δικιά μου, πιότερο θ' αγαπούσα,
πιότερο θα τη φρόντιζα, πιότερο θα τη ζούσα, χατήρι δε θα χάλαγα κι ας μη συμφωνούσα.
Κι εκείνο το πατέρα μου θα τον διεκδικούσα.
Να μη μου λείπει τόσο πολύ, στιγμές σαν τον ζητούσα.
Τα  γεροντάκια τα έμορφα, σ' αυτά που δεν κολλούμε, λίγο χαρά πιότερο θα θελα να προσφέρω.
Είναι μεγάλη η μοναξιά στα χρόνια που βαραίνουν.
Η ψυχή, ποτέ δεν μεγαλώνει, μια ηλικία έχει μοναχά αυτή της εφηβείας.
Είναι γεμάτη, ζωντανή, γεμάτη ευφορία. Κι όλο τσιγκλά, κι όλο σε σπρώχνει.
Για τούτη δεν υπάρχουν όρια, μονάχα πίστη.